Τρίτη, 19 Μαρτίου 2019

Ένα Αντίο για τη Χίλαρυ - Διήγημα του Μηνά Τσαμπάνη

Σήμερα σας παρουσιάζω σε αποκλειστικότητα το prequel του νέου κόμικ-μυθιστορήματος του φίλου Μηνά Τσαμπάνη.

Ήταν δεκαέξι χρονών… 
Η μικρή Χίλαρυ ήταν δεκαέξι χρονών. 
Πολλοί λένε πολλά για αυτή την ηλικία.  Οι περισσότεροι λένε ότι ο άνθρωπος σε αυτή την ηλικία είναι ένα μικρό μπουμπούκι που σιγά- σιγά μετατρέπεται σε ένα άνθος, ικανό να σαγηνέψει και να κλέψει τις εντυπώσεις. Άλλοι λένε ότι αυτή η ηλικία είναι μια αφετηρία και πάλι άλλοι λένε ότι είναι ένα σταυροδρόμι. Για εκείνη, όλα αυτά ίσχυαν και μάλιστα στον υπερθετικό βαθμό. Ήταν στην αρχή της, στην ακμή της. Είχε όλα τα προσόντα να ανθίσει και να σαγηνέψει όλα τα βλέμματα. Είχε την ευχέρεια να επιλέξει τον δρόμο της και να φτάσει στην δική της Ιθάκη με το μέσο που είχε επιλέξει. Η ζωή της χαμογελούσε και ήταν διατεθειμένη να της προσφέρει το καλύτερο που διέθετε. Όλα αυτά, σίγουρα, ίσχυαν για εκείνη μέχρι πριν από δύο ημέρες…  Πριν από εκείνη την νύχτα που άλλαξε τη ζωή της. 
Τώρα… Τώρα, ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Μέσα της ένιωθε λες και είχαν περάσει από πάνω της πέντε μαρτυρικές δεκαετίες. Ένιωθε τόσο κουρασμένη, ένιωθε τόσο  μουδιασμένη. Έβλεπε επίσης και ένα τεράστιο ογκόλιθο που είχε θρονιαστεί ακριβώς μπροστά από το σταυροδρόμι της και της απέκοπτε κάθε είδους πρόσβαση για την Ιθάκη της. Είχε κλάψει, είχε ουρλιάξει τόσο πολύ όντας  δέσμια του πένθους της. Θεωρούσε ότι είχε ήδη καταφέρει να ξεπεράσει το πρώτο στάδιο, αυτό της άρνησης καθώς είχε αρχίσει να συνειδητοποιεί ότι οι γονείς της… δεν θα ήταν πια κοντά της. Τώρα ήταν δέσμια του θυμού της. Θυμό για τον εαυτό της γιατί μόνο εκείνος ευθυνόταν για αυτό που συνέβη.
Ένας χείμαρρος από σκέψεις άσχετες η μια από την άλλη, διάβαιναν τους διαδρόμους του μυαλού της καθώς βρισκόταν κουλουριασμένη στην άκρη του κρεβατιού του ξενώνα. Εκεί κοντά υπήρχε ένα παράθυρο που της επέτρεπε να χάνεται στον ορίζοντα και να νερώσει μια ιδέα το φαρμάκι των πρόσφατων αναμνήσεων. 


1.
Ο καιρός δεν θύμιζε καθόλου ότι ο Αύγουστος ήταν ακόμη εδώ. Μια γκρίζα νεφελώδη  αέρια μάζα έκρυβε τον καλοκαιρινό Ήλιο και ένα παγωμένο μελτέμι  κουνούσε τα λευκά άνθη της βουμκαβίλιας που είχαν τυλίξει το παράθυρο εξωτερικά, δεξιά και αριστερά. Καμιά φορά τα πηγαινοέφερνε και πάνω κάτω ανάλογα με τη φορά. Φαίνεται ότι το τοπίο αντανακλούσε τη λύπη που όργωνε το μυαλό της.
Μια σειρά από διαδοχικά χτυπήματα στην πόρτα έκλεψαν για λίγο τη προσοχή της. Εστίασε τη προσοχή της στη πόρτα.
‘’Παρακαλώ, περάστε.’’ Είπε με τη ραγισμένη της φωνή.
Η πόρτα αποκάλυψε τη φιγούρα της Ντοριάνα Μέλπονς να διαβαίνει διστακτικά το κεφάλι της από το άνοιγμα. Θύμιζε μαθήτρια που την είχαν στείλει στο διευθυντή για να της τα πει ένα χεράκι.
‘’Χιλ; Καλή μου;’’ Της είπε τρυφερά.
‘’Κυρία Μέλπονς… Σας παρακαλώ, περάστε!’’ αποκρίθηκε το κορίτσι σκουπίζοντας βιαστικά τα μάτια και τα μάγουλά της. ’’ Μπορώ… Μπορώ να κάνω κάτι για σας;’’
‘’Ήρθα να σε δω… Να δω αν είσαι καλά.’’
Η Χιλ κούνησε μηχανικά το κεφάλι της και προσπάθησε να χαμογελάσει.
‘’Είμαι καλά.’’
Η μεσήλικη γυναίκα επιχείρησε να βγάλει έξω το κεφάλι της όταν ξαφνικά σταμάτησε, άνοιξε τη πόρτα διάπλατα και μπήκε μέσα ολόκληρο το σώμα της.
‘’Βασικά…’’
‘’Πείτε μου, κ Μέλπονς. ‘’ διέκοψε σε ήρεμους τόνους η κοπέλα. ‘’Προφανώς θέλετε κάτι να μου πείτε γιατί με ρωτήσατε αν είμαι καλά πριν από μία ώρα και πριν από αυτό, με ξαναρωτήσατε άλλες τρεις.’’
Η Ντοριάνα χασκογέλασε αμήχανα. Πάντα εντυπωσιαζόταν με τη κοφτερή αντίληψη της μικρής. Ακόμα και τώρα… Σε αυτή τη κατάσταση, είχε καταλάβει ότι κάτι ήθελε να της αναγγείλει.
‘’Ξέρεις…’’ δίστασε για ένα λεπτό.
‘’Συμβαίνει κάτι;’’
‘’Ξέρεις… μας πήρε τηλέφωνο η αδελφή της Λίζας. Η θεία σου.’’
Για πρώτη φορά,  κατά τη διάρκεια αυτού του γκρίζου τριημέρου, η Χίλαρυ κατάφερε να σπάσει τη θλίψη στο πρόσωπό της και να φορέσει ένα προσωπείο έκπληξης. 
Η αδελφή της μητέρας της… 
‘’Η θεία Τεοτόρα;’’ Ρώτησε. ‘’Πήρε τηλέφωνο η θεία Τεοτόρα;’’
‘’Ναι, καρδούλα μου.’’ Τη διαβεβαίωσε. ‘’Έμαθε τα νέα από το Διαδίκτυο. ‘’
‘’Πως ήξερε ότι είμαι εδώ;’’
‘’Οι ειδήσεις στη Κεντρική Ενημερωτική Σελίδα της Αγγλίας, ανέφεραν ότι σε πήραμε στο σπίτι μας για να σε φιλοξενήσουμε. Η Τεοτόρα ξέρει το τηλέφωνό μας μιας και όπως θα θυμάσαι και εσύ η ίδια, είχα πολύ καλές φιλικές σχέσεις μαζί της από τον καιρό που βρισκόταν ακόμα στο Λονδίνο.’’ 
Η Χιλ έκλεισε τα μάτια της και με το χέρι της, έτριψε τη κορυφή της μύτης της όσο πιο ελαφρά μπορούσε.  Μετά άρχισε να βάζει σε μια σειρά τους συνειρμούς της.  
Ήταν λογικό να πάρει τηλέφωνο η θεία της στην οικεία των Μέλπονς. Η αδελφή της χάθηκε οπότε ήταν το μόνο λογικό επακόλουθο η άμεση επικοινωνία. Και στην περίπτωση της παράλειψης της αναφοράς της φιλοξενίας, και πάλι θα ήταν λογικό να τηλεφωνήσει στη φίλη της για να μάθει όσες λεπτομέρειες μπορούσε. 
‘’Ρ… Ρώτησε για μένα;’’
‘’Αν ρώτησε;’’ Χασκογέλασε αμυδρά η Ντοριάνα. ‘’Χιλ… Μας έστειλε χρήματα στο τραπεζικό μας λογαριασμό.’’ 
Την πλησίασε και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Σε μια σχετικά κοντινή απόσταση από το κορίτσι που εξακολουθούσε να βρίσκεται κουλουριασμένο κοντά στο παράθυρο. ‘’Είναι για σένα!’’
Για μια ακόμα φορά, η Χιλ ένιωσε έκπληξη.
‘’Για μένα;’’
‘’Η Τεοτόρα έμαθε ότι το σπίτι των γονιών σου καθώς και οι τραπεζικοί λογαριασμοί σας έχουν σφραγιστεί από τις αστυνομικές αρχές για ένα αβέβαια μεγάλο χρονικό διάστημα, μέχρι να ξεκαθαριστεί η υπόθεση.’’
Η κοπέλα ξεφύσησε. Όλη της η ζωή ήταν πια κλειδωμένη. Το ήξερε ότι κάτι τέτοιο θα γινόταν αλλά και πάλι, δεν μπορούσε να μην αισθανθεί ότι την απομόνωναν.
‘’Το ξέρω.’’ Απάντησε.
‘’Για αυτό η θεία σου έστειλε ένα έμβασμα για να αγοράσεις ρούχα, οτιδήποτε χρειαστείς καθώς και ένα… ένα εισιτήριο αεροπλάνου.’’ 
‘’Ένα εισιτήριο;’’
‘’Ναι. Η θεία σου επικοινώνησε με τις αρχές. Με τη βοήθεια της παιδοψυχολόγου που σε ανέλαβε, έπεισαν τον δικαστή ότι θα ήταν καλύτερο… Θα ήταν καλύτερο να φύγεις από την Αγγλία και πας μαζί της να ζήσεις… Στην Νέα Ελλάδα.’’
Η Χίλαρυ γούρλωσε και κοίταξε τη Ντοριάνα κατάματα.
‘’Στη Νέα Ελλάδα;’’ Τη ρώτησε. 
Έκλεισε το στόμα με τη παγωμένη της χούφτα και ξαναγύρισε το βλέμμα στο παράθυρο.
‘’Ναι.. εκεί. Είχα την εντύπωση ότι… σου άρεσε αυτή η χώρα. Έτσι δεν είναι;’’
Το κορίτσι κατένευσε. Ναι. Πραγματικά της άρεσε αυτή η χώρα. Ίσως να έβρισκε τη συμπεριφορά κάποιων από τους κατοίκους λίγο … ως πολύ τραχιά, αλλά σίγουρα… Το αγαπούσε αυτό το μέρος. 
Η αντίδρασή της ίσως να εξέπληττε μερικούς. Αλλά περισσότερο από όλους εξέπληττε την ίδια τη Χίλαρυ. Ναι… Στο παρελθόν, ήθελε… Ήθελε να πάει εκεί. Κάποιες φορές είχε πιάσει τον εαυτό της να ονειρεύεται μια ζωή εκεί. Αλλά τώρα…
‘’Μα… Πως είναι δυνατόν να πάω εκεί; Πως είναι δυνατόν να μου δίνουν το ελεύθερο να φύγω; Είμαι… Είμαι μάρτυρας δολ…’’
Η μεσήλικη γυναίκα διέκοψε τη φράση της τοποθετώντας την άκρη του δείκτη της στο πάνω χείλος της κοπέλας.
‘’Ακριβώς επειδή είσαι μάρτυρας σε… αυτή την φρικτή ιστορία, ο δικαστής έκρινε σωστό να μεταφερθείς εκεί με άκρα μυστικότητα τόσο στα πλαίσια της προστασίας σου όσο και για να μπορέσεις… να μπορέσεις να ορθοποδήσεις και να συνεχίσεις τη ζωή σου. Δεν θα σου έκανε καλό να μείνεις εδώ… Μετά από αυτό που συνέβη’’ Αναστέναξε. ‘’Εξάλλου… Εδώ δεν έχεις πια τίποτα. Κανένα συγγενή.’’
‘’Ναι… Δεν έχω κανένα…’’
‘’Μόνο η Τεοτόρα!’’ 
Η κοπέλα κοίταξε τα παπλώματα του κρεβατιού της και μετά ξανακοίταξε τη Ντοριάνα κατάματα.
‘’Κ Μέλπονς…’’
‘’Ντοριάνα, καλό μου. Καιρός να παρακάμψουμε αυτές τις τυπικότητες.’’
‘’Ντοριάνα..Ήξερες τη μητέρα μου επίσης καλά. Σίγουρα δεν είχατε τόσο φιλικές σχέσεις όσο με τη θεία μου και σίγουρα, δεν είχατε και τις καλύτερες σχέσεις με τον πατέρα μου αλλά…’’
‘’Δεν μπορώ να σε υιοθετήσω, καλό μου. Όπως ξέρεις, ο σύζυγός μου υποφέρει από μια νευρολογική ασθένεια. Σύντομα θα είναι πολύ δύσκολο να διαχειριστώ τη κατάστασή του.’’ Αναστέναξε ξανά.  ‘’Και να μπορούσα… Δεν το επιτρέπει ο δικαστής μιας και θα μπορούσες άθελά σου να βάλεις και εμάς σε κίνδυνο. Οι αρχές θα φροντίσουν να επιτρέψουν στον τύπο να κυκλοφορήσει το νέο ότι θα απομακρυνθείς μακριά από το Λονδίνο, σε κάποιο άγνωστο προορισμό και να κρύψουν τους συγγενικούς δεσμούς σου με τη Τεοτόρα.’’  Ακολούθησε μια μικρή παύση.
 ‘’Όλα τα έχουν σκεφτεί, από ότι βλέπω…’’
‘’Χιλ, δεν θέλεις να πας;’’
‘’Μέχρι πριν δύο ημέρες θα έδινα τα πάντα για να πάω στη γενέτειρα του πατέρα μου.’’ Απάντησε χωρίς υπεκφυγές. ‘’Τώρα όμως…’’ άρχισε να κομπιάζει. ‘’Τώρα όμως νιώθω ότι πάω σε μια άγνωστη χώρα’’
Η γυναίκα πλησίασε και την αγκάλιασε. Η Χιλ δε προέβαλε τη παραμικρή αντίσταση.
‘’ Ίσως να μπορεί να γίνει κάτι αλλά θα πρέπει να μιλήσω και με τις Αρχές και τη Τεοτόρα.’’ Αναστέναξε. ‘’Βέβαια, θα πάει στράφι όλα αυτά τα σχέδια που έκαναν.’’
Το κορίτσι δεν απάντησε. Ήταν βυθισμένη στις νέες αυτές εξελίξεις.
Η Νέα Ελλάδα. Η πατρίδα του πατέρα της.
Μια άγνωστη χώρα… Πόσο δίκιο είχε… Από αρκετές σκοπιές.

2.

Το απόγευμα είχε φορέσει ένα πιο ήπιο προσωπείο από αυτό που φορούσε το πρωινό. Η Χιλ βρήκε την ευκαιρία να βγει έξω από το σπίτι και να περπατήσει έξω. Σκεφτόταν αυτά που της είχε πει η Ντοριάνα. Σκεφτόταν ότι είχε απόλυτο δίκιο σε αυτό που είχε πει σχετικά με την μετακίνησή της μακριά από την Αγγλία. Καταρχήν, αυτό το κτήνος βρισκόταν ακόμα εκεί έξω… Κάλλιστα θα μπορούσε μάλιστα να τη παρακολουθεί και αυτή τη στιγμή. Αυτή η σκέψη δημιούργησε ένα κύμα ανατριχίλας. 
Γύρισε και κοίταξε πίσω της. Ακριβώς πίσω της, σε απόσταση μερικών μέτρων στεκόταν ένας άντρας που φορούσε μια καπαρντίνα που ήταν ξεκούμπωτη στη περιοχή του στήθους. Φαινομενικά, κοίταζε τις βιτρίνες των καταστημάτων τριγύρω. Η Χιλ εστίασε στον ώμο και πρόσεξε το διακριτικό σημάδι που βρισκόταν στο πέτο του. Ήταν ο αστυνομικός που την πρόσεχε. Ένιωσε την ανακούφιση να μετριάζει την προηγούμενη ανατριχίλα αλλά το δέρμα της εξακολουθούσε να είναι παγωμένο.
Γύρισε το βλέμμα της ίσια μπροστά και συνέχισε να περπατάει και να ζυγίζει τις σκέψεις της. Πρόσεξε το γκρίζο του πεζοδρομίου. Της θύμισε κομματάκι το γκρίζο των ελληνικών πεζοδρομίων με τη μόνη διαφορά ότι το πεζοδρόμιο που στεκόταν τώρα ήταν πολύ πιο καθαρό. Η Ελλάδα, η Νέα Ελλάδα τώρα μετά την οικονομική της ανάκαμψη, ήταν όντως μια ξένη χώρα παρότι εξακολουθούσε να ήταν η γενέτειρα του πατέρα της. Δεν ήξερε σε τι κατάσταση θα ήταν τώρα  που η χώρα ήταν δεσμευμένη να αλλάξει σε πολλά σημεία. Σίγουρα θα πρέπει να είναι προς το καλύτερο και ήταν σίγουρη ότι η θεία της θα ήταν ένα σημαντικό λιθαράκι σε αυτή τη πορεία. Η Τεοτόρα ήταν μια από τις εκπαιδευτικούς που ανέλαβαν τη διεύθυνση ενός από τα εκπαιδευτικά ινστιτούτα που ιδρύθηκαν στην Νέα Ελλάδα όταν η συνεργασία Ευρώπης Ελλάδας με στόχο την βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος, κάτι που προέβλεπε ο υποστηρικτικός μηχανισμός για τις χώρες που ανέκαμψαν από τη πρόσφατη Οικονομική Κρίση, άρχισε να τίθεται σε ισχύ. Πριν από δύο χρόνια αναχώρησε για να αναλάβει τη διεύθυνση του Κολεγίου του Κήπου του Ρόδου. Την ημέρα που αναχώρησε, η Τεοτόρα είδε την αδελφή της Λίζα για τελευταία φορά και ο αποχαιρετισμός τους δεν ήταν τόσο εγκάρδιος και ζεστός. Δεν ήταν και οι πιο δεμένες αδελφές παρόλο που ανάμεσά τους υπήρχε αγάπη, απλά δεν υπήρχε αυτό το δέσιμο που παρατηρείται σε άλλες οικογένειες.
Πολύ γρήγορα, έφτασε στο Νεκροταφείο. Εκεί βρισκόταν ο οικογενειακός τάφος. 
Τρείς μέρες τώρα, πάντα πήγαινε και άφηνε δύο άνθη στο τάφο τους, ένα λευκό τριαντάφυλλο για τη Λίζα και ένα λευκό γαρίφαλο για τον Κωνσταντίνο. Πάντα καθόταν στην άκρη και κοίταζε το λευκό μάρμαρο και τις φωτογραφίες τους. Σήμερα όμως είχε έναν ακόμη λόγο για να πάει.

Το μελτεμάκι χάιδευε τα φύλλα των δέντρων που κύκλωναν το Αναπαυτήριο της Αγίας Μαρίας. Τα μνήματα έμοιαζαν μοναχικά καθώς οι σωροί από τα έκπτωτα φύλλα τα προσπερνούσαν απαλά. 
Το χέρι της ακούμπησε τα δύο άνθη πάνω στην επιφάνεια της λευκής ταφόπλακας και μετά την άγγιξε δειλά και ενοχικά. Τα μάτια της ήταν καρφωμένα στις φωτογραφίες των γονιών της και γεμάτη ντροπή για τον εαυτό της συνειδητοποιούσε ότι δεν είχε περάσει το πρώτο στάδιο του πένθους. Ακόμη δεν το πίστευε ότι δεν θα ήταν πια κοντά της… Ακόμη νόμιζε ότι θα γυρνούσε στο σπίτι της και ότι θα έβρισκε τη Λίζα να τη καλωσορίζει με το συνηθισμένο της λεπτεπίλεπτο χαμόγελο και τον Κωνσταντίνο να κάθεται στη πολυθρόνα του καθιστικού, απέναντι από την τηλεόραση η οποία ήταν ανοιχτή τις περισσότερες φορές,  δειλά-δειλά να παραμερίζει την εφημερίδα του για να προσέξει τη κόρη του και να διαπιστώσει ότι ήρθε σώα και αβλαβής. 
‘’ Άργησες, τσαπερδόνα!’’ της έλεγε δήθεν αυστηρά. Εκείνη πάντα του απαντούσε βγάζοντας του τη γλώσσα παιχνιδιάρικά και χαμογελαστή.
 Μικρές λεπτομέρειες που στόλιζαν τη ζωή της και της έδιναν ταυτότητα και χρώμα. Τώρα πια ήταν καταδικασμένες να γίνουν αναμνήσεις και να γεμίζουν το λογισμό της με ενοχές. Το αποτέλεσμα αυτού του στοιχειώματος ήταν ένα ποτάμι από ζεστά δάκρυα και αμέτρητα αναφιλητά. Ήθελε να έρθει εκεί για να τους πει τα νέα… Ήθελε να πει στη μητέρα της για την επικείμενη αλλαγή σκηνικού, για την θεία Τεοτόρα. Για να πάρει με κάποιο τρόπο την ευχή τους για αυτή την απόφαση που καλούταν να πάρει… Ο πόνος της όμως ήθελε και πάλι πρωταγωνιστικό ρόλο.
‘’Μητέρα… Πατέρα!’’ έλεγε και ξαναέλεγε και σε κάθε επανάληψη, το αναφιλητό γινόταν πιο έντονο. 
Το σφύριγμα του ανέμου άρχιζε να παραμερίζεται.  Ένας νέος ήχος άρχισε να αποκτά υπόσταση μέσα στα αυτιά της. Τα βλέφαρά της άνοιξαν έκπληκτα καθώς μαγευόταν από το κέφι αυτού του νέου ήχου… Δεν ήταν όμως μόνο κέφι. Ήταν και μια δόση θλίψης που μπερδευόταν με το κέφι . 
Κέφι και θλίψη… Τι περίεργος συνδυασμός!
Άρχισε να διαπιστώνει ότι ο πόνος της μαλάκωνε κάπως. Τόσο που αισθάνθηκε ικανή να σηκώσει το χέρι της και να σκουπίσει τα δάκρυα από τα μάτια της.
Απομάκρυνε το βλέμμα της από τη ταφόπλακα και κοίταξε το διάδρομο που σχηματιζόταν από τις παράλληλες σειρές των μνημάτων. Εκεί στο βάθος, ήταν δεν ήταν κάνα δύο με τρία μέτρα μακριά, ένας ψηλός άντρας με μακριά μαλλιά. Καφέ στο χρώμα. Ανέμιζαν υπάκουα στη φορά του ανέμου μαζί με τον μανδύα που έκρυβε τη πλάτη του. Το βάδισμά του ήταν ιδιαίτερο… Ήταν αρχοντικό και αποφασιστικό, έμοιαζε να ανήκει σε έναν άντρα που ήξερε τι ζητούσε από τη ζωή του. Το περπάτημά του τον οδηγούσε σε έναν ασαφές προορισμό. Το μόνο βέβαιο ήταν ότι η απόσταση μεταξύ τους μεγάλωνε με γοργούς ρυθμούς και πολύ σύντομα θα εξαφανιζόταν από το οπτικό αλλά και ακουστικό της πεδίο όπως μαρτυρούσε και η ένταση του αέρα που σιγά- σιγά επανακτούσε τα πρωτεία. 
Η Χιλ απομάκρυνε το βλέμμα της και το εστίασε και πάλι στις φωτογραφίες των γονιών της. Ένιωσε ντροπή για τον εαυτό της που τόλμησε να αναρωτηθεί για την ταυτότητά του αγνώστου. Ποιος θα μπορούσε να ήταν πέρα από κάποιον δυστυχισμένο άνθρωπο που ήρθε να επισκεφθεί το μνήμα κάποιου αγαπημένου του προσώπου; Πόση ντροπή ένιωσε για τον εαυτό της…
 Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να εστιάσει την ακοή της στον ήχο για μια τελευταία φορά πριν εξαφανιστεί μέσα στη λύσσα του αέρα που ξαφνικά έμοιαζε σαν να επέστρεφε κομματάκι πιο θυμωμένος από πριν.
 Ήταν… Ήταν σφύριγμά. Ήταν το σφύριγμα κάποιας μουσικής. Μια μελωδία που μεταπήδαγε από τη θλίψη στο ελπιδοφόρο κέφι.
Πόσο όμορφη θα πρέπει να ήταν αυτή η μουσική… Άραγε τι να ήταν; Να ήταν κάποιο τραγούδι ή κάποια ορχηστρική μελωδία όπως αυτές που συνέθεταν οι αγαπημένοι μουσικοσυνθέτες της μητέρας της;

Βγαίνοντας από τη πύλη του Νεκροταφείου, η Χιλ πρόσεξε τον αστυνομικό που την ακολουθούσε από τη στιγμή που είχε βγει έξω από το σπίτι. Διστακτικά, άρχισε να τον πλησιάζει. Σύντομα βρισκόταν σε απόσταση αναπνοής και του σκούντηξε ελαφρώς τη πλάτη.
‘’ Με συγχωρείτε αλλά θα ήθελα να σας ρωτήσω κάτι. ‘’ ρώτησε σε ήπιους τόνους.
‘’Δεν μπορώ να σας μιλήσω, δίδα Κέην. Θα καταστραφεί η  κάλυψή μου.’’ Απάντησε παγερά εκείνος.
‘’ Είναι σημαντικό αυτό που θέλω να σας ρωτήσω.’’
Ο αστυνομικός ξεφύσησε με μια ιδέα αγανάκτησης αλλά αμέσως μετά, ανασήκωσε τους ώμους του.
‘’Καλώς! Κάντε γρήγορα όμως.’’
‘’Όλη αυτή την ώρα που βρισκόμουν στο τάφο των γονιών μου, προσέξατε αν μπήκε κάποιος κύριος;’’
‘’Κύριος;’’
‘’Ναι! Θα πρέπει να ήταν γύρω στα σαράντα, αν κρίνω από το ύψος του. Είχε μακριά καστανά μαλλιά και φορούσε μια μπλε κάπα.’’
Ο άντρας τη κοίταξε με περίεργο τρόπο αλλά όσο πιο διακριτικά μπορούσε. Ήταν σαν να είχε παραξενευτεί  με αυτή την ερώτηση. 
‘’Όχι.’’ Απάντησε μονολεκτικά. Γρήγορα όμως άρχισε να μιλάει και πάλι.
‘’Αν κάποιος είχε μπει μέσα, τότε θα είχα μπει και εγώ για να τον παρακολουθήσω και να βεβαιωθώ για την ασφάλειά σας. Μήπως είχε μπει πριν έρθετε εσείς;’’
‘’Πιθανόν! Μεσολάβησε μια ώρα από τη στιγμή που το απογευματινό επισκεπτήριο ξεκίνησε μέχρι την ώρα που έφτασα εγώ. Γιατί όμως σας φάνηκε περίεργη η ερώτηση; Πρόσεξα ότι εντυπωσιαστήκατε όταν σας ρώτησα.’’
Την κοίταξε φευγαλέα αλλά με μια ιδέα εντυπωσιασμού. Η κοπέλα σίγουρα έπιανε κάποια πουλιά στον αέρα.
‘’Μου έκανε εντύπωση η αναφορά σας στη κάπα.’’ Απάντησε βιαστικά.
‘’Και γιατί αυτό;’’
‘’Γιατί δεν έχω δει κανέναν λονδρέζο να κυκλοφορεί με κάπα στα τόσα χρόνια μου ως αστυνομικός περιπολίας. Και δεν είναι και λίγα, δεσποινίς.’’

3.

Το βράδυ που ακολούθησε, η Χιλ ξάπλωσε στο κρεβάτι αλλά ο ύπνος της είχε γυρίσει επιδεικτικά τη πλάτη. Η φιγούρα του Νεκροταφείου είχε αποτυπωθεί στη μνήμη της. Ήταν ένα μικρό πάζλ, με λίγα κομμάτια και στη πρώτη ματιά, εύκολο να το συναρμολογήσει κάποιος. Αν φυσικά είχε στη διάθεσή του όλα τα κομμάτια. 
Ένα κομμάτι έλειπε. Και η απουσία αυτού του κομματιού της δημιουργούσε μια σφοδρή επιθυμία.
Σηκώθηκε και πέταξε απότομα τα κλινοσκεπάσματα. Κοίταξε το ρολόι που βρισκόταν στο κομοδίνο, δίπλα από το κρεβάτι. Είχε στη διάθεσή της μόλις δεκαπέντε λεπτά. Τόσος ήταν ο χρόνος που μεσολαβούσε ανάμεσα στις αλλαγές των βαρδιών. Φόρεσε γρήγορα την αθλητική της φόρμα και τα σπορτέξ παπούτσια της και άνοιξε το παράθυρο. Άρπαξε το αυτοσχέδιο σχοινί που είχε φτιάξει από τα σεντόνια που είχε αγοράσει μαζί με τη Ντοριάνα, έδεσε τη μια άκρη στη ξύλινη προεξοχή του κρεβατιού και την άλλη άκρη τη πέταξε στο δρόμο. Ευτυχώς η απόσταση που χώριζε το παράθυρο από τη λιθόστρωτη επιφάνεια του πεζοδρομίου δεν ήταν και τόσο μεγάλη. Αυτή η ευτυχής συγκυρία της επέτρεψε να γραπωθεί από το σχοινί και να φτάσει γρήγορα στο πεζοδρόμιο. Με το που τα πόδια της άγγιξαν την απότομη επιφάνεια του πεζοδρόμου, σάρωσε το δρόμο και αφού βεβαιώθηκε ότι η βραδινή βάρδια δεν είχε αναλάβει ακόμη, έτρεξε σα δαιμονισμένη.

Η νύχτα στο Κοιμητήριο είχε αποκτήσει μια γοτθική χροιά. Έμοιαζε σαν να ήταν βγαλμένη από τις σελίδες του μυθιστορήματος της Μαίρη Σέλλευ, του Μοντέρνου Προμηθέα, εκεί που η συγγραφέας με τη μακάβρια φαντασία οραματιζόταν τον ήρωα της να παραβιάζει τους τάφους σε μια ύστατη, απεγνωσμένη πράξη ιεροσυλίας για να διαλέξει το ακατέργαστο υλικό που χρειαζόταν για το ανίερο του πείραμα. 
Η Χιλ, εύκολα σκαρφάλωσε το τοίχο  και με ένα εντυπωσιακό πήδο βρέθηκε στο κεντρικό διάδρομο που ξεκινούσε από την πύλη και χωνόταν μέσα στις συστάδες από τα μνήματα. Το δέρμα της βρισκόταν σε στενή πολιορκία από το μανιασμένο ψύχος και ένιωθε την ελαφρά τριχοφυΐα της στα χέρια της να καγκελώνονται. Παρόλα αυτά όμως συνέχισε το ασυνήθιστα γενναίο της βηματισμό.
Καθώς χωνόταν ανάμεσα στα μνήματα και η όρασή της βομβαρδιζόταν από τα αγάλματα που στόλιζαν τα μνήματα και έκλεβαν μια ιδέα από το γοτθισμό της νύχτας, ο φόβος άρχιζε να έρπεται μέσα της. Η αναπνοή της άρχισε και εκείνη να αυξάνεται ακολουθούμενη από το καρδιακό της ρυθμό. Το μυαλό της στοίχειωνε από τις αναμνήσεις των γεγονότων που αναγκάστηκε να βιώσει στα χέρια εκείνου του κτήνους.
Μια σκέψη την τράνταξε… Και αν ήταν και αυτός εκεί; Αυτό το ανθρωπόμορφο τέρας εκείνης της νύχτας που άλλαξε η ροπή της ζωής της; Αν καραδοκούσε κάπου πίσω από κάποιο τάφο και περίμενε την ιδανική στιγμή για να αποτελειώσει αυτό που είχε αφήσει στη μέση; 
Μήπως είχε πέσει σε μια καλοστημένη παγίδα, για μια ακόμη φορά;
Ξαφνικά, το σφύριγμα που σχημάτιζε εκείνη την ιδιαίτερη μελωδία, γαργάλησε ξανά την ακοή της. Αυτή τη φορά όμως έμοιαζε να προερχόταν από μια συγκεκριμένη τοποθεσία, σταθερή και ακλόνητη. Η μελωδία είχε μια υπνωτιστική επίδραση επάνω της. Την καλούσε κοντά της. Η κοπέλα, παρόλο που εξακολουθούσε να είναι αιχμάλωτη του φόβου της, έστρεψε τη προσοχή της προς τη κατεύθυνση της μελωδίας. Τα βήματα της, υπάκουα και εκείνα σε έναν παντοδύναμο αυτοματισμό, την πήγαιναν σταθερά προς τα εκεί.
Καθώς η μελωδία γινόταν ολοένα και πιο δυνατή, μια αλλαγή είχε ξεκινήσει μέσα της. Ο φόβος που ατσάλωνε όλους τους μυς της είχε ξεθυμάνει και ένιωθε την αναπνοή της να επανέρχεται στο φυσιολογικό της ρυθμό. Θα ορκιζόταν ότι αυτή η μελωδία ήταν η αιτία για αυτή την καλοδεχούμενη ευμάρεια που άρχιζε σιγά-σιγά να ανθίζει.
Πολύ σύντομα στάθηκε ακίνητη. Είχε φτάσει στο προορισμό της. Μπροστά της ορθωνόταν περήφανος ένας οικογενειακός τάφος, σχετικά απομονωμένος από όλους τους υπόλοιπους. Έμοιαζε σαν μια είσοδο σε κάποια υπόγεια εγκατάσταση μόνο που ήταν στολισμένη με πέτρινες απομιμήσεις ανθέων λουλουδιών, ρόδων για την ακρίβεια. Δεν υπήρχε κάποιο άγαλμα αγγέλου ή κάποιας άλλης ανθρώπινης μορφής προσαρτημένη πάνω στο κτίσμα. Μόνο πέτρινα ρόδα. Δεν μπορούσε να διακρίνει το όνομα της οικογένειας στην οποία άνηκε ο τάφος και ο λόγος ήταν απλός. Βρισκόταν στη πίσω μεριά του κτίσματος.
Η Χίλαρυ προσέγγισε την εντυπωσιακή κατασκευή κομματάκι κορδωμένη. Η μελωδία είχε σταματήσει λίγα λεπτά νωρίτερα πριν το κτίσμα γίνει ορατό σε τέτοιο βαθμό ώστε να φαίνονται οι λεπτομέρειές του και ένιωθε και πάλι το μούδιασμα να εξαπλώνεται και μέσα της αλλά και πάνω στο δέρμα της. Μόλις έφτασε σε απόσταση που θα μπορούσε να αγγίξει την επιφάνεια του κτίσματος, ξεκίνησε να περπατάει και πάλι αλλά αυτή τη φορά προχωρούσε κυκλικά έτσι ώστε να φτάσει στη μπροστινή μεριά.
Την ίδια ώρα που αργά και σταθερά βάδιζε, τα μάτια της ατένιζαν την αρχιτεκτονική του κτίσματος. Ήταν τόσο όμορφος αυτό το μνήμα. Δεν υπήρχε κάτι το τρομακτικό επάνω του, κάτι που θα μπορούσε να κλέψει από τη σκοτεινή αύρα της νύχτας. Μόνο τριαντάφυλλά, πέτρινα ανθισμένα τριαντάφυλλα. Η όρασή της αιχμαλωτίστηκε από τη επιβλητική αλλά και γοητευτική τους παρουσία. 
Ξαφνικά, μια βαριά, αντρική φωνή καμπάνισε μέσα στα αυτιά της.
‘’Τσαπ! Σε τσάκωσα μικρή μου!’’
Αμέσως μετά, μια φιγούρα ξεπετάχτηκε μπροστά της, προερχόμενη από τη γωνία που χώριζε τον αριστερό τοίχο κατά μήκος του οποίου πορευόταν, από το μπροστινό προφίλ του κτίσματος.
Η Χίλαρυ αφού εκφώνησε την έκπληξή της,  έκανε ένα απότομο βήμα προς τα πίσω. Έχασε την ισορροπία της και σωριάστηκε με τη λεκάνη της στο έδαφος. Ευτυχώς, το σημείο που έπεσε ήταν γεμάτο από ξερόφυλλα και έτσι η σύγκρουση ήταν σχετικώς ανώδυνη. 
Σήκωσε το κεφάλι της και αντίκρισε τον υπαίτιο της ξαφνικής τρομάρας της καθώς και της πτώσης της. Το φως που προερχόταν από  τη λάμπα μια κοντινής κολώνας αποκάλυπτε αρκετά εύκολα τα χαρακτηριστικά της παρουσίας.
Ένας νεαρός άντρας, κάπου γύρω στα 27 με 28 του χρόνια, όχι σαραντάρης όπως νόμιζε, με μακριά πλούσια και καστανή κόμη. Τα μάτια του, παρότι ήταν μαύρα ακτινοβολούσαν από ένα περίεργο αίσθημα. Έμοιαζε με αντρική τιμή. Μαρτυρούσαν ότι ο κάτοχος των ματιών αυτών ήταν κάποιος που όχι μόνο δεν θα σου έκανε κακό αλλά θα μπορούσες και να στηριχθείς επάνω του στη δύσκολη στιγμή σου. Το μόνο που φαινόταν κάπως περίεργο ήταν το παλιομοδίτικο του ντύσιμο, ειδικά αυτή η κάπα. Έδιναν την εντύπωση ενός ευγενή.  Ίσως να ήταν και η αιτία που έδινε την εντύπωση ενός άντρα στο σαραντακοστό του έτος.
Το χαμόγελο του όμως… Ίσως να ήταν το πιο όμορφο χαμόγελο που είχε αντικρίσει ποτέ στη μέχρι τώρα ζωή της.
Η κοπέλα έμεινε ακίνητη στο σημείο που είχε πέσει.
‘’Είσαι καλά, μικρό ποντικάκι;’’ Της χαχάνισε εύθυμα.
‘’Ο… Ορίστε;’’ Απάντησε εκείνη εντελώς αποσυντονισμένη.
‘’Σε ρώτησα αν είσαι καλά.’’
‘’Καλά… Καλά είμαι!’’ είπε  ελαφρώς εκνευρισμένη κάνοντας κάποιες αδέξιες προσπάθειες για να σηκωθεί.
Η άκρη του ματιού της πρόσεξε το χέρι που είχε απλώσει το αγόρι προς το μέρος της. Ο δείκτης του χεριού του της έκανε νόημα για να το πιάσει. 
Η Χίλαρυ υπάκουσε στο κάλεσμα και το άρπαξε γερά. Το αγόρι έδωσε μια γερή ώθηση και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, το κορίτσι ήταν και πάλι όρθιο στα δύο πόδια.
Αμέσως αντιλήφθηκε ότι το χέρι που είχε πιάσει ήταν παγωμένο. Παγωμένο σαν το μάρμαρο κάποιου από τους γειτονικούς τάφους.  Διακριτικά το άφησε. Το κοίταζε επίμονα αλλά όσο πιο διακριτικά μπορούσε.
‘’Είσαι καλά;’’ Ξαναρώτησε ο νεαρός άντρας.
Εκείνη εστίασε το βλέμμα της στο πρόσωπό του. Ένιωθε το ξόρκι της γοητείας των μαύρων ματιών που τη κοίταζαν εύθυμα. Προσπαθούσε να τους αντισταθεί, να μη βυθιστεί μέσα σε αυτό το μαύρο.
‘’Ναι.’’ Είπε ξερά. ‘’Αν και με ξαναρωτήσατε, σας λέω ότι είμαι καλά. Παρόλο…’’
‘’Παρόλο;’’
‘’Παρόλο που μου κόψατε τα ήπατα!’’
Ο άντρας χαχάνισε.
‘’Με κοροϊδεύετε;’’ 
‘’Όχι απαραίτητα, μικρό μου ποντικάκι!’’
‘’Και θα ‘ήμουν ιδιαίτερα ευγνώμων αν σταματούσατε να με αποκαλείτε ποντικάκι!’’
Τα δύο μαύρα μάτια ευθύμησαν ακόμα περισσότερο.
‘’Ξέρεις… Ξέρεις μου θυμίζεις κάποια.’’
Η Χίλαρυ χτύπησε ελαφρώς τους μηρούς της για να απομακρύνει τα χώματα και κάποια ξερόφυλλα που είχαν κολλήσει πάνω της.
‘’Γιατί το χέρι σας είναι παγωμένο;’’ Τον ρώτησε.
Το αγόρι σοβαρεύτηκε μια ιδέα.
‘’Κάνει κρύο. Κάνει κρύο και έξω και μέσα’’
Η κοπέλα αντιλήφθηκε ότι μάλλον ρώτησε κάτι που δεν έπρεπε να ρωτήσει. ‘Έκλεισε τα μάτια της και μετά τα άνοιξε όσο πιο σιγά μπορούσε.
‘’Με.. Με συγχωρείτε!’’ του είπε απολογητικά. 
Ένα χαχανητό όμως πυροδότησε πάλι κάποια ανάμεικτα συναισθήματα.
‘’Συγχωρεμένη!’’
Ο άντρας γύρισε τη πλάτη. Η κάπα ανέμιζε στο αεράκι που πότε ησύχαζε πότε πατούσε τα γκάζια. Του χάριζε μια ιδιαίτερη αύρα. Σαν να είχε ξεπηδήσει από κάποιο παραμύθι των αδελφών Γκρίμ. Γύρισε το κεφάλι του και τη κοίταξε.
‘’Εδώ κοντά είναι ένα παγκάκι. Θα ήθελες να πάμε εκεί;’’
Η κοπέλα βρέθηκε σε ένα σταυροδρόμι. Δεν ήξερε που θα οδηγούσε ο ένας δρόμος. Θα μπορούσε κάλλιστα να πάει σε  κάποια επικίνδυνη στροφή η οποία με τη σειρά της θα την οδηγούσε στο κενό. Και ήδη μια φορά είχε γλυτώσει από την άκρη ενός τρομακτικού γκρεμού, ενός γκρεμού που είχε στοιχίσει τις ζωές των γονιών της.
Έκανε κάποια βήματα προς τα πίσω.
‘’Θέλεις να μείνουμε εδώ; Θέλεις να μείνεις όρθια μετά από αυτό το παρολίγο επώδυνο πέσιμο;’’
‘’Εγώ… εγώ…’’ τραύλισε η κοπέλα.
‘’Άκου τι θα κάνουμε. Πάμε στο παγκάκι και θα κάτσεις μόνο εσύ.’’ Της πρότεινε.
Η Χιλ τον κοίταξε ξαφνιασμένη. Μετά έγειρε τη ματιά της προς τη μεριά που της έδειχνε ο άντρας. Δεν ήτα πολύ μακριά το παγκάκι και βρισκόταν πάνω σε ένα μικρό λοφάκι λουσμένο από δύο φώτα νυκτός.
‘’Λοιπόν; Πως σου φαίνεται;’’
‘’Εντάξει… Υποθέτω!’’


4.

Η κοπέλα έφτασε στο παγκάκι πρώτη. Γύρισε και κοίταξε τον άντρα που πλησίαζε και κείνος με έναν πιο αργό ρυθμό.  Μια σπίθα άναψε μέσα της καλμάροντας κομματάκι το μούδιασμα που τη ταλαιπωρούσε. 
Χαμογέλασε ισχνά και όταν εκείνος έφτασε στο παγκάκι και έμεινε ακίνητος αποπειράθηκε να καθίσει. Η φωνή του άντρα όμως της έκοψε τη φόρα.
‘’Ένα λεπτό, βιαστικό μου ποντικάκι!’’
Η Χίλαρυ στράβωσε.
‘’Μα σας παρακαλώ… Επιδεικνύετε μεγάλες εξάρσεις αγένειας.’’
Ο άντρας δεν απάντησε, μόνο χαμογέλασε. Έβγαλε τη κάπα του και την άπλωσε στην επιφάνεια του παγκακίου. 
‘’Ορίστε… Τώρα μπορείτε να καθίσετε, νεαρή μου δεσποσύνη!’’
Η κοπέλα μάγκωσε. Έμεινε στήλη άλατος για κάποια λεπτά αλλά μετά ανταποκρίθηκε στο έναυσμα του και κάθισε επάνω στη κάπα. Εκείνος βάδισε για λίγε εκατοστά μακριά από το παγκάκι και έμεινε εκεί.
Με το που κατάφερε να πάρει πάλι τα πάνω της, η Χίλαρυ άρχισε πάλι να μιλάει. Κάπως μουδιασμένα βέβαια.
‘’Νομίζω ότι πρέπει να συστηθούμε…’’
‘’Πολύ καλή ιδέα!’’
Η κοπέλα σηκώθηκε και άπλωσε το χέρι της.
 ‘’Χίλαρυ. Χίλαρυ Έλενα Κέην.’’
Ο άντρας πλησίασε πάλι. Άγγιξε το χέρι της, έσκυψε και το φίλησε απαλά και τρυφερά. Ακόμα και τα χείλη του ήταν τόσο παγωμένα. Και παρόλο που το ψύχος που ανέδυε ήταν έντονο, εκείνη δεν ανατρίχιασε.
‘’Τέρυ.’’ απάντησε.   ‘’Καθηλωτικά γοητευμένος, μικρή μου Χίλαρυ!’’
‘’Τέρυ; Σκέτο Τέρυ;’’ Ρώτησε ξαφνιασμένη.
‘’Θα το μάθεις το επώνυμό μου. Και μάλιστα λίαν συντόμως!’’
Αν έλεγε στον εαυτό της, έστω και για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, ότι  είχε καταλάβει τι ακριβώς εννοούσε ο Τέρυ με αυτή τη περίεργη δήλωση θα έλεγε  ψέματα στον εαυτό της. Βέβαια, για κάποια λεπτά, ένα φτερούγισμα προς τη μεριά του οικογενειακού τάφου, εκεί όπου έλαβε χώρα αυτή η επεισοδιακή γνωριμία, της χάρισε μια μικρή υποψία.
‘’Λοιπόν;’’ Πήρε δεξιοτεχνικά τη σκυτάλη ο νεαρός . ‘’ Ποιος είναι ο λόγος που σε φέρνει σε αυτά τα… ιδιαίτερα μέρη;’’
Η Χιλ μόλις πήγε να ανοίξει το στόμα της για να δώσει την απάντηση αλλά ακόμα ένα πέταγμα του Τέρυ τη σταμάτησε.
‘’Πριν απαντήσεις, θα πρέπει να σου διευκρινίσω κάτι. Η ερώτησή μου αφορούσε τη παρουσία σου εδώ το απόγευμα.’’ Της τόνισε. ‘’Είναι φως φανάρι για ποιο λόγο ήρθες εδώ τώρα.’’
Η κοπέλα αναστέναξε και χαμήλωσε το βλέμμα της στο έδαφος ενώ τα χέρια της τσιμπούσα τις πρόσθιες μεριές των μηρών, στα ύψη των ορθών μηριαίων μυών. Μετά σήκωσε το ένα της χέρι και έδειξε προς τη μεριά του οικογενειακού τάφου των γονιών της.
Ο Τέρυ κοίταξε σοβαρός προς τη μεριά του μνήματος. Κάτι άρχισε να ψυλλιάζεται.
‘’Ήρθα να… ήρθα να κάνω μια συζήτηση με… με τους γονείς μου.’’ Νιαούρισε μισοβαλαντωμένη. ‘’Σε παρακαλώ… Μη με κοροϊδέψεις!’’
‘’Δεν θα κορόιδευα κανέναν για ένα τέτοιο τόσο όμορφο λόγο.’’
Η Χιλ γούρλωσε τα μάτια της αλλά δε αποπειράθηκε να σηκώσει το κεφάλι της για να τον κοιτάξει. Ήξερε ότι εννοούσε αυτά που μόλις είχε προφέρει.
‘’Οι γονείς μου… Οι γονείς μου… πέθαναν εξαιτίας μου.’’ Ράγισε η φωνή της.
Ο Τέρυ τη πλησίασε. Άπλωσε το χέρι του και με τον δείκτη του, ακούμπησε το πηγούνι της κοπέλας. Σήκωσε το κεφάλι της και οι δύο τους ήρθαν κατάματα. 
‘’Θα ήθελες να μου πεις τι ακριβώς συνέβη;’’ Τη ρώτησε με μια τόσο διαπεραστική ζεστασιά, σχεδόν πατρική.

Η συζήτηση που ακολούθησε ήταν αρκετά φορτισμένη συναισθηματικά. Η Χιλ εξιστορούσε τη φρικτή εμπειρία που πέρασε και είχε σαν αποτέλεσμα τη φρικτή κατάληξη των γονιών της. Ανέφερε λεπτομερώς την αλυσίδα των γεγονότων που έλαβε χώρα εξαιτίας των δικών της απερίσκεπτων ενεργειών.
 Έλεγε ξανά και ξανά τόσες πολλές βρισιές που στόχο είχαν τον εαυτό της. Κάποιες φορές ευχόταν να ήταν και εκείνη νεκρή. Αυτό το ανθρωπόμορφο τέρας να μπορούσε να της είχε πάρει και τη δική της τη ζωή. Μόνο σε αυτό το σημείο, παρενέβη ο Τέρυ.
‘’Σε παρακαλώ να μην το ξαναπείς αυτό.’’ Είπε σε αυστηρό τόνο.
Η κοπέλα σκούπισε βιαστικά τα δάκρυά της και τον κοίταξε παραξενεμένη, ίσως και λίγο ενοχλημένη.
‘’Μα καλά… Δεν άκουσες τι σου έλεγα;’’
‘’Άκουσα και μάλιστα πολύ προσεκτικά.’’ 
‘’Και μου λες ότι δεν πρέπει να λέω ότι θα έπρεπε να πεθάνω και εγώ; Να πληρώσω και το δικό μου τίμημα;’’
‘’Έχω την εντύπωση ότι το πλήρωσες. Και μάλιστα πολύ πιο ακριβά από όσο θα έπρεπε.’’
Το κορίτσι έμεινε βουβό. Μόνο το ρύγχος της αναπνοής της ακουγόταν.
‘’Δεν θα σε κρίνω εγώ για την οποιαδήποτε ευθύνη φέρεις σε αυτή την αλλόκοτη και μακάβρια υπόθεση. Άλλωστε ο δικός μου ο καιρός δεν ήταν τόσο… Τόσο πολύπλοκος.’’ Άρχισε να εξηγεί.  Πήρε μια βαθιά αναπνοή και μετά ξανάρχισε να μιλάει.
‘’Όλοι κάνουμε λάθη και φυσικά πρέπει να πληρώσουμε για αυτά. Σίγουρα όμως ο θάνατος δεν είναι η πληρωμή γα αυτά τα λάθη.’’
‘’Εσείς δεν κάνατε τα δικά μου λάθη!’’ του πέταξε σε μια προσπάθεια να τον καπελώσει.
‘’Εγώ έκανα χειρότερα λάθη, μικρή μου.’’ Την καπέλωσε αυτός. ‘’Εσύ, ενδεχομένως  και βάσει της ηλικίας σου, δεν ήξερες τη βαρύτητα των πράξεών σου. Σωστά;’’
‘’Ε… Μπορεί!’’
‘’Εγώ ήξερα πολύ καλά τι έκανα.’’
Σιωπή επικράτησε ανάμεσά τους. Ο  Τέρυ έκανε λίγα βήματα μακριά από το παγκάκι. Αναστέναξε και μετά ξαναπλησίασε.
‘’Και τι σκοπεύεις να κάνεις τώρα;’’ Τη ρώτησε.
‘’Η θεία μου, η αδελφή της μητέρας μου, πρότεινε να έρθω στη Νέα Ελλάδα για να φοιτήσω στο εκπαιδευτικό ινστιτούτο που διευθύνει. Μου είπε ότι είναι μια ευκαιρία για να ξεκινήσω από την αρχή.’’
Ο Τέρυ χασκογέλασε ελαφρά. Η αναφορά της Χίλαρυ στο εκπαιδευτικό ινστιτούτο της Τεοτόρα του φάνηκε ιδιαίτερη.
‘’Μάλιστα.’’ Είπε κοφτά.
‘’Τι θα με συμβουλεύατε να κάνω;’’
Ο Τέρυ κοίταξε σκεφτικός τον ουρανό. Ήταν γεμάτος αστέρια απόψε και μερικές συννεφένιες πινελιές εδώ και εκεί. Όπως τον παλιό καλό καιρό. Έκλεισε τα μάτια του. Χαμογέλασε.
‘’Κ. Τέρυ;’’ Ρώτησε θορυβημένη η κοπέλα.
‘’Θέλεις τη γνώμη μου;’’
‘’Ε, μια μικρή σύσταση θα ήταν καλοδεχούμενη.’’
‘’Κοίταξε… η ζωή είναι δική σου.’’ Της είπε.
 ‘’ Δεν θα σου υποδείξω εγώ τι θα κάνεις και τι όχι…’’ Ακολούθησε μια μικρή παύση. ‘’Προφανώς βρίσκεσαι σε ένα αρκετά σημαντικό δίλημμα.’’
‘’Ναι, σωστά το θέτετε.’’
‘’Ξέρεις… Βρέθηκα και εγώ σε ένα δίλλημα. Ήταν οι όροι κάπως διαφορετικοί μεν αλλά η βαρύτητα του ήταν ίδια με του δικού σου.’’
Η Χίλαρυ εστίασε τη προσοχή της επάνω του.
‘’Αντιμετωπίζεις ένα ρίσκο. Ή μένεις εδώ και αντιμετωπίζεις ένα αβέβαιο μέλλον, χωρίς κάποιους πόρους ή κάποια βοήθεια.’’
‘’Θα μπορούσα να μείνω στο σπίτι της κυρίας Ντοριάνα. Αν της υποσχεθώ ότι θα είμαι το δεξί της χέρι στα προβλήματά της τότε ίσως…’’
Ο Τέρυ της έκανε νόημα να τον αφήσει να συνεχίσει το σκεπτικό του.
‘’Από την άλλη, ταξιδεύεις σε μια σχετικά άγνωστη χώρα, καλείσαι να ξεχάσεις το παλιό σου τρόπο ζωής και να υποχρεωθείς να μπεις σε κάποια καλούπια και να ακολουθήσεις ένα κατεβατό από κανόνες και περιορισμούς και φυσικά δεν αναφέρομαι και τα σχόλια και τις κακεντρέχειες που θα αντιμετωπίσεις από το ενδεχομένως νέο περιβάλλον σου όταν μάθουν τη κατάστασή σου.’’
‘’Ναι… Δυστυχώς, λεπτομέρειες σαν τις δικές μου ταξιδεύουν αστραπιαία σε ολόκληρο τον κόσμο, το θέλω δεν το θέλω.’’
‘’Εγώ θα σου πρότεινα… Να το τολμήσεις.’’
‘’Να το τολμήσω;’’ Αναρωτήθηκε η Χίλαρυ. ‘’Να πάω στην Νέα Ελλάδα;’’
‘’Ναι. Να πας στη Νέα Ελλάδα.’’ Της είπε εκείνος σχεδόν με παιδικό ενθουσιασμό.  ‘’ Συμφωνώ ότι είναι ένα ρίσκο. Είναι ένα δίκοπο ρίσκο. Αλλά αν δεν προσπαθήσουμε να επιχειρήσουμε κάτι, αν δεν δοκιμάσουμε νέα πράγματα στη ζωή τότε είμαστε κάτι χειρότερο από νεκροί. Είμαστε ζωντανοί νεκροί.’’
‘’Ναι… Έχετε ένα δίκιο. Αλλά… αν αποτύχω;’’
‘’Αν επιτύχεις;’’
‘’Αν βρω κάτι κακό εκεί;’’
‘’Αν βρεις κάτι καλό εκεί;’’
Η Χίλαρυ στένεψε το βλέμμα της. Θα ορκιζόταν ότι ο Τέρυ κάτι ήξερε και δεν της το έλεγε.
‘’Εσείς στο δικό σας δίλλημα τι διαλέξατε;’’
‘’Διάλεξα τη επιφανή σιγουριά. ‘’ απάντησε χάνοντας σιγά-σιγά τον ενθουσιασμό του. ‘’Δεν πήρα το ρίσκο, προτίμησα να ακολουθήσω την βολευτική σιγουριά.’’
‘’Και το μετανιώσατε;’’
‘’Τόσο πικρά όσο δεν μπορείς να φανταστείς. Και ξέρεις γιατί;’’
‘’Γιατί;’’
‘’Γιατί έχασα εκείνη που μου θυμίζεις τόσο πολύ.’’
‘’Αυτή που… Δεν… Δεν καταλαβαίνω.’’
‘’Καλύτερα. Άκου… Είναι η ώρα να χωρίσουν οι δρόμοι μας.’’
‘’Πρέπει να φύγετε;’’ Τον ρώτησε παραπονιάρικα.
‘’Πρέπει να φύγεις και εσύ.’’ Της υπενθύμισε. 
Πόσο δίκιο είχε ο νεαρός άντρας. Σε λίγα λεπτά, θα γινόταν η αλλαγή των βαρδιών και μόνο κατά τη διάρκεια του διαστήματος που μεσολαβούσε ανάμεσα στις βάρδιες θα μπορούσε να μπει στο σπίτι χρησιμοποιώντας το κλειδί που είχε στη τσέπη της χωρίς να την πάρει κανείς τους είδηση. 
Υπήρχαν όμως ακόμα τόσα πολλά σύννεφα στο λογισμό της.
‘’Κ. Τέρυ. Δε καταλαβαίνω… δεν ξέρω…’’
Ο Τέρυ της έδειξε τον οικογενειακό τάφο στον οποίο συναντήθηκαν.
‘’Εκεί θα βρεις το στοιχείο που χρειάζεσαι.’’ Είπε και έκλεισε το μάτι του.
Η Χιλ κοίταξε φευγαλέα το επιβλητικό χτίσμα. Σηκώθηκε και άρπαξε τη κάπα που μέχρι πρότινος καθόταν επάνω. Την ταχτοποίησε και την έδωσε στα χέρια του. Εκείνος απάντησε με ένα μειδίαμα. 
‘’Κ. Τέρυ… Να σας κάνω μια τελευταία ερώτηση;’’
‘’Και βέβαια, μικρό μου ποντικάκι.’’
‘’Αυτή η μελωδία που σφυρίζατε το απόγευμα… Είναι από κάποιο τραγούδι;’’
‘’Ω, ναι! Έχεις δίκιο. Είναι κάτι που είχα γράψει πριν από χρόνια. Κατά τη διάρκεια της μοναξιάς που βίωνα έτσι ακριβώς όπως μου άξιζε.’’
‘’Μήπως…’’
‘’Ναι, μικρό ποντικάκι! Ναι!’’ της έκλεισε και πάλι το μάτι.
Φόρεσε τη κάπα και γύρισε τη πλάτη του και άρχισε να απομακρύνεται. Καθώς όμως απομακρυνόταν, σιγοτραγουδούσε. Ερμήνευε το τραγούδι του οποίου η μελωδία σχημάτιζε αυτό το υπνωτιστικό σφύριγμα. Απλοί και λιτοί ήταν οι στίχοι του. Ήταν όμως και τόσο όμορφοι.
Άνοιξε πάλι τα φτερά, με ελπίδα στη καρδιά. 
Ζήσε όμορφα στη ζωή σου, η αγάπη… κυβερνά!


5.

Ξημέρωσε η επόμενη μέρα. Το ζεστό πρωινό φως του Ηλίου ξεγλίστρησε από το μισανοιγμένο παράθυρο.
Η Χίλαρυ ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι από τις 5.30 πμ, την ώρα που κατάφερε και γλίστρησε μέσα στο σπίτι την ώρα που οι βάρδιες άλλαζαν και η Ντοριάνα κοιμόταν στο υπνοδωμάτιό της, δίπλα από το νοσοκομειακό κρεβάτι όπου βρισκόταν ο σύζυγός της, κουρασμένη από τις απαιτήσεις της καθημερινής φροντίδας του συζύγου της. 
Ξαπλωμένη μεν, κοιμισμένη ή έστω νυσταγμένη, δε.
Η μικρή βραδινή περιπέτειά της την είχε στοιχειώσει με ένα μεγάλο ερωτηματικό το οποίο παραλληλιζόταν με το ήδη υπάρχον δίλλημα της. Θυμόταν που πήγε να κοιτάξει το όνομα του οικογενειακού τάφου λίγο μετά την αποχώρηση του Τέρυ. Οι όποιες ελπίδες και να είχε ότι το επώνυμο της οικογένειας θα τις έδινε κάποια μικρά στοιχεία που θα μπορούσαν να την βοηθήσουν στο να αποφασίσει αν θα πάει στη Νέα Ελλάδα ή όχι μετατράπηκαν σε έναν καλοστημένο Γόρδιο Δεσμό.  
Γκράτσενστερ. Το όνομα του οικογενειακού τάφου ήταν Οικογένεια Γκράτσενστερ.
Γιατί αυτό το επώνυμο θα τη βοηθούσε στο να πάρει την απόφασή της; Και γιατί της ήταν κάπως οικείο; Θα ορκιζόταν ότι ήταν γνωστό, κάπου το είχε ακούσει πριν από κάποια χρόνια αλλά η πελαγωμένη της μνήμη δεν τη βοηθούσε.
Μόνο ένα άτομο θα μπορούσε να τη βοηθήσει στο να λύσει έστω αυτό το αίνιγμα. Και για αυτό το λόγο ήταν ακόμα ξύπνια.
Το γνωστό χτύπημα της πόρτας προμήνυε την άφιξη αυτού του προσώπου.
‘’Περάστε!’’ είπε κάπως ζωηρά.
Η πόρτα άνοιξε αποκαλύπτοντάς την μορφή της Ντοριάνα.
‘’Καλημέρα, χρυσό μου.’’
‘’Καλημέρα, κ Ντοριάνα. 
Η μεσήλικη γυναίκα αναπτερώθηκε κάπως από το ζωντανό καλωσόρισμα και μπήκε μέσα στο δωμάτιο πιο εύθυμη από ότι ήταν πριν χτυπήσει τη πόρτα.
‘’Σαν να σε βλέπω καλύτερα σήμερα.’’ Της χαχάνισε.  ‘’Μήπως είναι η ιδέα μου;’’
‘’Όχι.’’  Απάντησε η μικρή κοπέλα.  ‘’Νιώθω λίιιιγο καλύτερα!’’
‘’Πόσο χαρούμενη με κάνεις, μικρή μου.’’
‘’Κ Ντοριάνα… Να σας ζητήσω κάτι;’’
‘’Ότι θέλεις καλό μου κοριτσάκι!’’
Η Χίλαρυ πέταξε τα κλινοσκεπάσματά της και κάθισε οκλαδόν στο πάπλωμα.
‘’Θα ήταν δυνατόν να χρησιμοποιήσω τον υπολογιστή σας; Θα ήθελα να αναζητήσω κάτι στο Google Gen-2!’’
Η Ντοριάνα μαζεύτηκε για μια στιγμή. Ήξερε ότι το Διαδίκτυο ήταν ο θεμέλιος λίθος για το δράμα που έζησε η Χίλαρυ αλλά σχεδόν αστραπιαία, θυμήθηκε ότι ο δικός της υπολογιστής διέθετε ειδικό φίλτρο προστασίας που θα την εμπόδιζε να εισέλθει σε οποιαδήποτε σελίδα με αρνητικό χαρακτήρα. Και αυτό το φίλτρο ήταν αρκετά ισχυρό και δεν θα μπορούσε η Χίλαρυ να το παρακάμψει, τουλάχιστον όχι όσο η γνώση της περί ηλεκτρονικών υπολογιστών ήταν περιορισμένη μόνο στο να κάνει κάποιες εργασίες για το σχολείο  ή να κατεβάζει ταινίες για να βλέπει.
‘’Εντάξει καλή μου.’’ Της είπε κουνώντας το κεφάλι καταφατικά.
Η Χιλ χαμογέλασε.
‘’Δεν θα κάνω πολύ ώρα. Απλά θέλω να ψάξω για ένα στοιχείο το οποίο θα με βοηθήσει στο να πάρω τη σωστή απόφαση.’’
‘’Σου έχω εμπιστοσύνη καλή μου.’’ Χαχάνισε. ‘’Εύχομαι να βρεις αυτό που θα σε βοηθήσει.’’

Δέκα λεπτά αργότερα, η Χίλαρυ βρισκόταν στρογγυλοκαθισμένη μπροστά από το λαπ τοπ της Ντοριάνα. Βρισκόταν στη σελίδα της μηχανής αναζήτησης Google Gen-2. Ακόμα και τώρα, μια δεκαετία αργότερα μετά την έγερση της Google Gen-2 και της αντικατάστασής της απλής Google, η Χιλ εντυπωσιαζόταν με το πόσο γρήγορα είχε καταφέρει να βρει ακριβώς το αποτέλεσμα που ήθελε σε μηδενικό χρόνο.
Για κάποιο λόγο, πληκτρολόγησε ‘’Τέρυ Γκράτσενστερ’’ στην υποδοχή εισαγωγής και αφού πάτησε το enter, η μηχανή της έβγαλε τη καταχώρηση του Τέρυ στην Γενική Τράπεζα Ταυτότητας.
Η Χιλ έμεινε στήλη άλατος μπροστά στην οθόνη. Το γκριζοπράσινο της βλέμμα με τις κόρες της σχεδόν σε πλήρη μύση ήταν κολλημένο στη φωτογραφία που ήταν προσαρτημένη στη σελίδα καταχώρησης. Παρότι δεν ήταν και η καλύτερη ποιότητα, η ασπρόμαυρη, σχεδόν θαμπή φωτογραφία απεικόνιζε το πρόσωπο του Τέρυ, του ίδιου Τέρυ που είχε συναντήσει εχθές στο Κοιμητήριο. Η καταχώρηση έγραφε ότι ο Τέρενς ‘’Τέρυ’’ Γκράτσενστερ ήταν γόνος του Δούκα του Γκράτσενστερ, ότι είχε φοιτήσει στο παλιό Κολέγιο του Άγιου Παύλου το οποίο είχε καταστραφεί ολοσχερώς κάποια χρόνια αργότερα κατά τη διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου. Εργάστηκε σαν ηθοποιός στο Σικάγο αλλά αργότερα μαζί με τη σύζυγό του Σουζάννα Μάρλοου Γκράτσενστερ μετακόμισε μόνιμα στο Λονδίνο, μετά το πέρας του Πολέμου, όπου συνέχισε να ερμηνεύει ρόλους σε σημαντικές παραστάσεις στο Εθνικό Θέατρο.
Η Χιλ έτριψε τα μάτια της και μετά συνέχισε την ανάγνωση.
Το άρθρο έγραφε ότι ο Τέρυ απεβίωσε σε ηλικία 56 χρονών μετά από κάποια ασθένεια που φημολογείται ότι ήταν Σκλήρυνση Κατά Πλάκας, μια ασθένεια που ήταν θανατηφόρα και ιδιαίτερα επώδυνη εκείνα τα χρόνια, αφήνοντας τη Σουζάννα χήρα. Εκείνη επέστρεψε πίσω στην Αμερική.
Και πάλι, δεν υπήρχε κάτι που θα την βοηθούσε στο να πάρει κάποια απόφαση. Άρχισε να ψαχουλεύει  και άλλες προσαρτήσεις. Κοίταξε τις σχέσεις, τίποτα πέρα από τη καταχώρηση αυτής της Σουζάννα. Μετά κοίταξε τις Ανεπίσημες Δραστηριότητες. Κλίκαρε τη καταχώρηση ‘’ Δραστηριότητα ως Μουσικοσυνθέτης- Ερμηνευτής’’.
Εκεί βρισκόταν η απάντηση!
Το άρθρο έγραφε ότι ο Τέρυ είχε γράψει τέσσερα τραγούδια όλα και όλα. Τρία από αυτά τα είχε χαρίσει σε έναν καλό του φίλο τραγουδιστή. Η επιτυχία τους ήταν αισθητή. Υπήρχε και ένα τέταρτο το οποίο είχε γράψει και είχε ενορχηστρώσει ιδιωτικά και δεν το έδινε σε κανέναν. Αυτό το τραγούδι ονομαζόταν  ‘’Γλυκιά Κάντυ’’. Στο άρθρο αναφερόταν ότι υπήρχε η φήμη ότι το είχε γράψει προς τιμήν μιας κοπέλας που είχε γνωρίσει κάποια στιγμή πριν την έναρξη της καριέρας του ως θεατρικός ηθοποιός.
Η Χιλ απομάκρυνε το βλέμμα της από την οθόνη του υπολογιστή.
 Άρχιζε να βάζει τα πράγματα στη σειρά τους. Το μυαλό της έπλασε ένα υποθετικό σενάριο που θα μπορούσε να έχει κάποια βάση: Ο Τέρυ γνώρισε τη πρώτη του αγάπη, αυτή τη κοπέλα με το όνομα Κάντυ, όπως ακριβώς και στο τραγούδι. Πρέπει να ήταν ένας δυνατός έρωτας μέχρι τη στιγμή που μπήκε στη μέση εκείνη η Σουζάννα. Το άρθρο αναφέρει ότι η Σουζάννα εμπλάκηκε σε ένα φοβερό ατύχημα με αποτέλεσμα να χάσει το ένα της πόδι. Το άρθρο αναφέρει επίσης ότι στο ατύχημα ήταν παρών και ο Τέρυ. Μήπως ο Τέρυ ήταν υπεύθυνος κατά κάποιο τρόπο για τον ακρωτηριασμό της Σουζάννα; Μήπως ο Τέρυ βρέθηκε ανάμεσα στη Σουζάννα και στη Κάντυ; Αυτό φαινόταν πιο προσιτό στη πραγματικότητα μιας η καταχώρηση καταστούσε σαφές ποια ήταν η επιλογή του.  Η νύξη του κατά τη διάρκεια της χθεσινοβραδινής συζήτησης καταστούσε σαφές ποιά ήταν αυτή η επιλογή που τον στοίχειωσε όλα αυτά τα χρόνια, που τον έκανε να στοιχειώσει αυτό τον κόσμο όλα αυτά τα χρόνια. 
Ένιωθε κρύο και μέσα και έξω, η αναφορά του ότι διάλεξε την επιφανή σιγουριά, η πικρή του μετάνοια… Ναι! Όλα έμπαιναν στη σειρά και έβγαζαν κάποιο νόημα.
Όλα εκτός από ένα…
Τι σχέση είχε η επιλογή του με τη δική της περίπτωση;
Ξεφύσησε. Γύρισε πλευρό και κοίταξε το χώρο που τη περιέβαλε. Και τότε η απάντησή της εμφανίστηκε.
Στο σπίτι της Ντοριάνα, με την υπόσχεση ότι θα τη βοηθούσε στη φροντίδα του συζύγου της,  θα είχε μια επιφανή σιγουριά. Θα είχε μια στέγη, θα είχε ένα κρεβάτι για να κοιμηθεί, θα είχε και ένα πιάτο φαγητό και σίγουρα θα βρισκόταν ανάμεσα σε πρόσωπα που ένιωθαν κάποια θετικά αισθήματα για εκείνη.
Θα έμενε όμως στάσιμη. Θα έχανε την όποια ευκαιρία και αν υπήρχε στη Νέα Ελλάδα για να εξελιχθεί σε κάτι άλλο. Θα έχανε τις νέες γνωριμίες, θα έχανε τις νέες εμπειρίες… Μπορεί να έχανε την δυστυχία αλά ίσως να έχανε και την ευτυχία που ίσως την περίμενε εκεί…
Όπως ακριβώς έχασε ο Τέρυ τη πιθανότητα να ζήσει ευτυχισμένος στο πλάι της Κάντυ. Μπορεί να ζούσε και δυστυχισμένος κοντά της, ήταν και αυτή μια πιθανότητα αλλά αυτό ήταν κάτι που ο Τέρυ δεν θα το μάθαινε ποτέ. Είχε ήδη χάσει το παιχνίδι γιατί αποφάσισε να μη το ζήσει ποτέ.
Δύστυχε Τέρυ…
Αυτό ήθελε για τον εαυτό της η Χίλαρυ;
 Αυτό;

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η Ντοριάνα ετοίμαζε στο μούλτι τον χυλό που θα αποτελούσε το μεσημεριανό γεύμα του Τζωρτζ. Η προσοχή της όμως αιχμαλωτίστηκε από το ελαφρύ τρίξιμο από το άνοιγμά της πόρτας της κουζίνας.
Ήταν η φιγούρα της Χίλαρυ που έμπαινε μέσα στη κουζίνα. Η κοπέλα κοίταξε φευγαλέα την οθόνη της μικρής τηλεόρασης που βρισκόταν στη γωνία του πάγκου που ακουμπούσε στο τοίχο. Εκείνη την ώρα προβαλλόταν ένα τοκ σώου, το αγαπημένο της μητέρας της. Να ήταν ένας ακόμη οιωνός; Σε αυτή τη χρονική συγκυρία, δεν μπορούσε να απαντήσει. Και δεν ήξερε αν ήθελε καν να απαντήσει.
Η Ντοριάνα πάτησε το κουμπί απενεργοποίησης του μούλτι και γύρισε προς τη μεριά της Χίλαρυ.
‘’Λοιπόν;’’ Τη ρώτησε χαμογελαστή. ‘’Βρήκες αυτό που ζητούσες;’’
Η κοπέλα κατεύνασε. 
‘’Ναι. Κ .Ντοριάνα.’’ ψέλλισε προσπαθώντας να μαζέψει όσο περισσότερο θάρρος μπορούσε γιατί μόνο ο Θεός ήξερε πόσο θα το χρειαζόταν.
Πήρε μια ανάσα. Σήκωσε το κεφάλι της και τη κοίταξε κατάματα.
‘’Νομίζω ότι… Ότι ήρθε η ώρα!’’
‘’Η ώρα για ποιό πράγμα;’’
‘’Η ώρα για να πω… Αντίο!’’



Η ιστορία της Χίλαρυ συνεχίζεται στις σελίδες του βιβλίου Ο Κόκκινος Μαχητής της Γης που κυκλοφορεί σύντομα από τις Εκδόσεις Ανάτυπο.

Οι Ελληνικοι στίχοι του τραγουδιού για τους τίτλους τέλους της σειράς Κάντυ-Κάντυ ανήκουν στους πνευματικούς δημιουργούς. Το τραγούδι στα ελληνικά ερμηνεύτηκε από τον κ Ανδρέα Διαμαντίδη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου